Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Πως διακρίνεται η η δυσθυμική διαταραχή από τη μείζονα κατάθλιψη;

Η δυσθυμική διαταραχή διακρίνεται από την μείζονα κατάθλιψη από το γεγονός ότι η δεύτερη εμφανίζεται με τη μορφή σαφώς διακριτών επεισοδίων, στα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις παρουσιάζονται συμπτώματα σοβαρότερης έντασης. Αντιθέτως τα άτομα με δυσθυμική διαταραχή παραπονιούνται ότι είναι μελαγχολικοί διαρκώς από σχεδόν τότε που θυμούνται τον εαυτό τους.

Τί είναι η δυσθυμική διαταραχή ή δυσθυμία;

Πρόκειται για μια μόνιμη, χρόνια μελαγχολική διάθεση που διαποτίζει την ύπαρξη του ατόμου και τον εμποδίζει να χαρεί και να δημιουργήσει. Είναι ένας σχεδόν μόνιμος μελαγχολικός φόντος. Η εγκατάσταση της δυσθυμίας είναι βραδεία, προοδευτική και ύπουλη, σαν "να ήταν πάντα εκεί".
Συνήθως εμφανίζεται σε νεαρές ηλικίες. Στο 50% των περιπτώσεων εμφανίζεται πριν από την ηλικία των 25 ετών και παρουσιάζει χρόνια πορεία. Υπολογίζεται ότι το 3-5% του πληθυσμού υποφέρει από δυσθυμική διαταραχή. Συχνότερα εμφανίζεται στις γυναίκες και στους άγαμους. Οδηγεί σε λειτουργική έκπτωση κυρίως στο τομέα των κοινωνικών, διαπροσωπικών, φιλικών και ερωτικών σχέσεων. Το άτομο οδηγείται με σημαντική καθυστέρηση στον ειδικό, συχνά δεκαετίες μετά από την εμφάνιση της διαταραχής.

Από τι χαρακτηρίζεται η δυσθυμική διαταραχή; Πως μπορεί τό ίδιο το άτομο ή οικείοι του να την υποψιαστούν και έτσι να ζητήσουν βοήθεια από τον ειδικό;

Στην δυσθυμική διαταραχή κυριαρχεί η μελαγχολική διάθεση για το μεγαλύτερο μέρος του 24ώρου, τις περισσότερες ημέρες του χρόνου. Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει η διάρκεια της διαταραχής στους ενήλικες να είναι τουλάχιστον 2 έτη. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν θα πρέπει να υπάρχει ένα "φωτεινό διάλειμμα", όπου η διάθεση είναι στα φυσιολογικά πλαίσια για περισσότερο από 2 μήνες.

Γιατί αργούν τα άτομα με δυσθυμία να ζητήσουν βοήθεια;

Η απάντηση είναι προφανής: τα άτομα αυτά θεωρούν ότι η δυσθυμία τους αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητας τους, ένα τμήμα του εαυτού τους. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι αυτός ο συγκεκριμένος αρνητικός τρόπος που εκλαμβάνουν ή ερμηνεύουν τον εαυτό τους και το περιβάλλον αποτελεί μια μορφή διαταραχής της διάθεσης.

Που οφείλεται η δυσθυμία;

Τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν έχουν καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα. Οι μελέτες είναι σχετικά περιορισμένες σε σχέση με τη μείζονα κατάθλιψη. Κυριαρχεί πάντως η άποψη ότι οι δύο αυτές διαταραχές έχουν μεταξύ τους στενή σχέση και κοινούς παθογενετικούς μηχανισμούς. Οι επικρατούσες θεωρίες είναι οι εξής:
  • Βιολογικοί παράγοντες. Αφορούν κυρίως διαταραχές σε επίπεδο νευροδιαβιβαστών ή και ορμονών. Για παράδειγμα έχει διαπιστωθεί η συχνή συνύπαρξη της δυσθυμικής διαταραχής με παθήσεις θυρεοειδους αδένα( κυρίως σε υποθυρεοειδισμό).
  • Ψυχολογικοί παράγοντες. Όταν για παράδειγμα οι προσπάθειες από την παιδική ηλικία παραμένουν χωρίς έπαινο ή ανταμοιβή από τους σημαντικούς άλλους, τους γονείς, αναπτύσσεται προοδευτικά η πεποίθηση ότι "όσο και να προσπαθήσω δεν θα έχει νόημα" και οδηγείται το άτομο σε αισθήματα έλλειψης ελπίδας, μειονεξίας ή ανεπάρκειας. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον χωρίς στοργή και ενδιαφέρον οδηγείται ως ενήλικας στην ακλόνητη πεποίθηση ότι είναι αντιπαθής ή μη αγαπητός από τους άλλους. Όταν επίσης καταπιέζονται οι επιθυμίες ή τα ιδιαίτερα χαρίσματα, το άτομο θυσιάζει κατά κάποιο τρόπο την προσωπική του ζωή στις επιταγές των άλλων. Αυτές είναι οι αρνητικά χρωματισμένες πυρηνικές πεποιθήσεις ή σχήματα που δημιουργούνται από την παιδική ηλικία, έχουν έναν χαρακτήρα δύσκαμπτο, δογματικό, είναι έντονα συναισθηματικά επενδυμένες και δεν υπόκεινται σε ορθολογιστική, κριτική επεξεργασία. Ένα παιδί είναι ευάλωτο και δε μπορεί να αξιολογήσει λογικά τα βιώματα και τις εμπειρίες του. Ένας ενήλικας όμως μπορεί.

Χαρακτηριστικά συμπτώματα που παρουσιάζει το άτομο με δυσθυμία.

  • Μόνιμο αίσθημα ανεπάρκειας, χαμηλή αυτοεκτίμηση και μειωμένη αυτοπεποίθηση. Το άτομο με δυσθυμία παρουσιάζει τη τάση να υποτιμά τις επιτυχίες ή τα επιτευγματά του και να υπερτονίζει τις αποτυχίες του.
  • Απαισιοδοξία, αίσθημα έλειψης ελπίδας. Υιοθετεί μια μεμψίμοιρη, μοιρολατρική στάση για τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις και το μέλλον(π.χ εφόσον όλοι θα πεθάνουμε , ποιος είναι ο λόγος να θέτουμε στόχος ή να έχουμε φιλοδοξίες).
  • Μειωμένο αίσθημα έλλειψης απόλαυσης, ανηδονία, ακεφιά. Το άτομο με δυσθυμία συχνά αναφέρει ότι υπάρχει "λίγη χαρά στη ζωή του " ή ότι "δεν τον χαροποιούν ή συγκινούν καταστάσεις και γεγονότα που προκαλούν χαρά στους άλλους". Πολλές φορές αναρωτιούνται για ποιο λόγο οι άνθρωποι νιώθουν τόσο εύκολα ευτυχισμένοι. Έχουν μειωμένο ενδιαφέρον για χόμπυ ή για εξωεπαγγελματικές δραστηριότητες. Αντιθέτως ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων με δυσθυμία επενδύουν υπερβολικά στην εργασία τους, πολλές φορές εις βάρος της ψυχαγωγίας, της διασκέδασης, του ελεύθερου χρόνου και των κοινωνικών σχέσεων. Ίσως και η υπερβολική επένδυση και ενασχόληση με την εργασία να αποτελεί μια άμυνα απέναντι στην πλήρη ανενεργεία και την καταθλιπτική αποδιοργάνωση. Εντούτοις, κατά κανόνα δεν χαίρονται την εργασία τους. Ττην θεωρούν έναν καταναγκασμό, ένα βάρος, κάτι που "πρέπει να γίνει".
  • Κοινωνική απομόνωση. Συχνά εμφανίζονται προβλήματα στο γάμο, στις ερωτικές, φιλικές και εργασιακές σχέσεις.
  • Αίσθημα κόπωσης, συνήθως ψυχικής κια σπανιότερα σωματικής.
  • Τύψεις και ενοχές για το παρελθόν. Κάνοντας απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής του, το άτομο με δυσθυμία θεωρεί ότι υπερτερουν οι αποτυχίες σε σχέση με τις επιτυχίες.
  • Ευερεθιστότητα ή θυμός, ο οποίος δεν εκφράζεται ανοικτά, αλλά με έμμεσο τρόπο. Υπάρχει συχνά δυσχέρεια ανοικτής έκφρασης των συναισθημάτων και τα άτομα με δυσθυμία εκφράζονται από τους άλλους ως κλειστά, εσωστρεφή και μυστικοπαθή. Άλλοτε τηρούν απέναντι στους άλλους μια στ΄ση κυνική, σαρκαστική. Συχνά θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί από τους άλλους (π.χ από γονείς, αδέρφια,συντρόφους). Τα άτομα αυτά θεωρούνται συχνά βαρετά ή κουραστικά και πολλοί αποφεύγουν την παρέα τους ή την συντροφιά τους.
  • Δυσχέρεια λήψης αποφάσεων, αναποφασιστικότητα, συχνές αμφιβολίες και διλήμματα.
  • Σε σοβαρότερες περιπτώσεις παρατηρούνται διαταραχές ως προς την συγκέντρωση, διαταραχές ύπνου με την μορφή αϋπνίας ή της υπερυπνίας και διαταραχές ως προς την όρεξη( ανορεξία ή υπερφαγία)

Η δυσθυμική διαταραχή μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες ψυχικές διαταραχές. Συχνά στη μακρόχρονη πορεία της διαταραχής μπορεί να επικάθονται και σοβαρότερα επεισόδια μείζονος κατάθλιψης, άλλοτε άλλης διάρκειας. Τότε χρησιμοποιείται ο όρος διπλή κατάθλιψη(δυσθυμική διαταραχή και μείζον κατάθλιψη). Συχνά εμφανίζονται και αγχώδεις διαταραχές, συνήθως με τη μορφή κρίσεων πανικού ή χρόνιου γενικευμένου άγχους. Πολλά άτομα με δυσθυμία παρουσιάζουν τη τάση να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ ή να κάνουν κατάχρηση ηρεμιστικών.

Υπάρχει θεραπεία για την δυσθυμία;

Ασφαλώς και υπάρχει, αν και συνήθως απαιτεί μακρόχρονη προσπάθεια τόσο από τον θεραπευτή, όσο και από τον θεραπευόμενο.
Η θεραπεία στηρίζεται σε ένα συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής (αντικαταθλιπτικών) με ψυχοθεραπεία. Οι 3 κυριότερες μορφές ψυχοθεραπείας που έχουν αφαρμοσθεί είναι γνωστική - συμπεριφορική, διαπροσωπική και η ψυχαναλυτική. Πολλές φορές χρησιμοποιείται συνδυασμός ψυχοθεραπευτικών τεχνικών.